Δευτεροπαθείς μορφές υπέρτασης

Η αρτηριακή υπέρταση είναι στην πλειονότητα των περιπτώσεων ιδιοπαθής, δηλαδή άγνωστης αιτιολογίας. Πολλοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την εμφάνισή της όπως η κληρονομικότητα, το αυξημένο βάρος σώματος, η αυξημένη κατανάλωση άλατος, η έλλειψη σωματικής άσκησης κ.α.

Ωστόσο σε ένα μικρό ποσοστό (5-15%) μπορεί να ωφείλεται σε κάποια άλλη πάθηση, δηλαδή να πρόκειται για δευτεροπαθή υπέρταση. Η έγκαιρη διάγνωση είναι πολύ σημαντική καθώς συνεπάγεται και δυνητικά ίαση της υπέρτασης.

Εκτός από την νεφροπαρεγχυματική υπέρταση, η οποία είναι και η πιο συχνή μορφή δευτεροπαθούς υπέρτασης, άλλες αιτίες είναι τα ενδοκρινικά νοσήματα και η νεφραγγειακή υπέρταση.

Στο ιατρείο γίνεται πλήρης διερεύνηση των παρακάτω περιπτώσεων δευτεροπαθούς υπέρτασης:

Πρωτοπαθής αλδοστερονισμός

Ο πρωτοπαθής αλδοστερονισμός αποτελεί τη πιο συχνή ενδοκρινική μορφή δευτεροπαθούς υπέρτασης που εμφανίζεται στο 5-15% των υπερτασικών ασθενών. Ωστόσο, η συχνότητά του αυξάνεται περισσότερο σε περιπτώσεις ανθεκτικής, δηλαδή αρρύθμιστης υπέρτασης, υπέρτασης σταδίου 3, υπέρτασης με προχωρημένη βλάβη σε όργανα στόχους καθώς και σε περιπτώσεις υπέρτασης με αυτόματη υποκαλιαιμία. Εκδηλώνεται κυρίως με διαστολική υπέρταση ενώ ο ασθενής μπορεί να εμφανίσει μυική αδυναμία και νυκτουρία. Πιο συχνά ωφείλεται σε αμφοτερόπλευρη υπερπλασία των επινεφριδίων ενώ σπανιότερα σε μονήρη αδενώματα. Η διαγνωστική προσπέλαση του πρωτοπαθούς αλδοστερονισμού περιλαμβάνει τις ακόλουθες εξετάσεις:

  • Ορμονικός έλεγχος (μετά από κατάλληλη τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής και με τις αντίστοιχες διαιτητικές οδηγίες), με προσδιορισμό ρενίνης και αλδοστερόνης στο πλάσμα του ασθενή μετά από κατάλληλη προετοιμασία. Επί παθολογικού αποτελέσματος διενεργούνται επιπρόσθετες επιβεβαιωτικές δοκιμασίες που θέτουν οριστικά την διάγνωση.
  • Επί θετικών αποτελεσμάτων των ορμονικών εξετάσεων ακολουθεί απεικονιστικός έλεγχος των επινεφριδίων με αξονική τομογραφία.

Φαιοχρωμοκύττωμα

To φαιοχρωμοκύττωμα είναι μια σπάνια ενδοκρινική μορφή δευτεροπαθούς υπέρτασης που εμφανίζεται σε λιγότερο από 1% των υπερτασικών ατόμων. Τυπικά, εκδηλώνεται με παροξυσμούς υπέρτασης που συνοδεύονται συνήθως από κεφαλαλγία, εφίδρωση, αίσθημα παλμών και ωχρότητα. Το φαιοχρωμοκύττωμα μπορεί να εμφανιστεί σποραδικά ή σπανιότερα να αποτελέσει εκδήλωση κληρονομικού νοσήματος. Η διερεύνηση του φαιοχρωμοκυττώματος γίνεται με τις ακόλουθες εξετάσεις:

  • Ορμονικός έλεγχος με προσδιορισμό μετανεφρινών πλάσματος
  • Ορμονικός έλεγχος με προσδιορισμό μετανεφρινών σε συλλογή ούρων 24ώρου (συχνά προτιμάται γιατί παρέχει μια συνολική εικόνα του 24ώρου)
  • Επί θετικών βιοχημικών εξετάσεων στο αίμα ή στα ούρα ακολουθεί απεικονιστικός έλεγχος των επινεφριδίων με αξονική ή μαγνητική τομογραφία.
  • Σπινθηρογράφημα με 123I-MIBG χρησιμοποιείται για τον ακριβή εντοπισμό του όγκου και δευτεροπαθών εντοπίσεων.

Στένωση νεφρικής αρτηρίας

Η στένωση νεφρικής αρτηρίας ή νεφραγγειακή νόσος εμφανίζεται σε 1-10% των υπερτασικών ασθενών. Εκδηλώνεται συνήθως με σοβαρή υπέρταση ενώ από την κλινική εξέταση μπορεί να ακούγεται φύσημα κατά την ακρόαση στο επιγάστριο. Σπάνια μπορεί να εκδηλωθεί με υποτροπιάζοντα επεισόδια πνευμονικού οιδήματος. Η νεφραγγειακή νόσος περιλαμβάνει δύο κατηγορίες: α) την αθηροσκληρωτική νεφραγγειακή νόσο που εμφανίζεται συχνότερα σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας (συνήθως >55 ετών) με πολλαπλούς παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου όπως το ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη, περιφερικής αγγειακής νόσου και καπνίσματος και β) την ινομυωματώδη δυσπλασία που εκδηλώνεται συχνότερα σε νεαρότερα άτομα ηλικίας <35 ετών (9:1 γυναίκες-άνδρες) χωρίς επιβαρυντικό ιστορικό. Για τη διάγνωση της νεφραγγειακής νόσου διενεργούνται οι ακόλουθες εξετάσεις:

  • Έγχρωμο doppler υπερηχογράφημα (triplex) νεφρικών αρτηριών
  • Αξονική αγγειογραφία νεφρικών αρτηριών (CTA)
  • Μαγνητική αγγειογραφία νεφρικών αρτηριών (MRA)
  • Ψηφιακή αφαιρετική αγγειογραφία (DSA)

Θυρεοειδική νόσος

Τα νοσήματα του θυρεοειδούς αποτελούν ένα σπάνιο αίτιο υπέρτασης που εμφανίζεται στο 1-2% των υπερτασικών ασθενών. Εκδηλώνονται με συστολική υπέρταση (για την περίπτωση του υπερθυρεοειδισμού) και διαστολική υπέρταση (για την περίπτωση του υποθυρεοειδισμού). Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, για τη διάγνωση κυριαρχεί ο χαρακτηριστικός φαινότυπος και τα προεξάρχοντα συμπτώματα της κάθε νόσου και όχι η εμφάνιση υπέρτασης. Από τις Αμερικανικές Οδηγίες ωστόσο συστήνεται στον εργαστηριακό έλεγχο ρουτίνας σε όλους τους υπερτασικούς ασθενείς και ο έλεγχος της θυρεοειδικής λειτουργίας.